- βρωματίζω
- βρωματίζωgive to eatpres subj act 1st sgβρωματίζωgive to eatpres ind act 1st sg
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
βρωματιζόμενος — βρωματίζω give to eat pres part mp masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βρωματισάμενος — βρωματίζω give to eat aor part mid masc nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βρωματίζειν — βρωματίζω give to eat pres inf act (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βρωματίζεσθαι — βρωματίζω give to eat pres inf mp … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βρωματίζεται — βρωματίζω give to eat pres ind mp 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐβρωμάτισεν — βρωματίζω give to eat aor ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐνεβρωμάτισεν — ἐν βρωματίζω give to eat aor ind act 3rd sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)